Untitled 1

Κτήρια στο χώρο του Μοναστηριού

Του Γιάννη Κουτσοκώστα   resize

ΚΤΗΡΙΑ ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΤΟΥ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΟΥ

Αξιόλογα κτήρια με κριτήριο  την αρχιτεκτονική τελειότητα και καλαισθησία στο χώρο του Μοναστηριού δεν ανεγέρθησαν καθόσον δεν υπήρχαν δυνατότητες για τέτοιες εγκαταστάσεις. Για τις ανάγκες του Μοναστηριού και των μοναχών κτίστηκαν αποθήκες για τα γεννήματα (σιτάρι , καλαμπόκι, κριθάρι, όσπρια κ.α.) για τα γαλακτοκομικά προϊόντα (τυρί, ξυνοτύρι, βούτυρο κ.α.) και για τα εργαλεία τους.

Σύμφωνα με μαρτυρίες των παλαιοτέρων κτίστηκε μεγάλη υπόγεια αποθήκη στο χοροστάσι του Μοναστηριού, δυτικά του ναού. Ο Κώστας Δ. Παφίλης που συστηματικά ανεδίφισε την ιστορία του Μοναστηριού της Ρούστιανης και δημοσίευε ένα μέρος του πονήματος στη Στερεοελλαδική Εστία (Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος 1962, τεύχος 17-18) με τίτλο «Ένα στολίδι ήταν για τον τόπο μας», γράφει τα εξής: «Το 1942 όταν οι Καναλιώτες μεγάλωσαν το χοροστάσι αλλού ισοπεδώνοντάς το και αλλού κάνοντας επιχωματώσεις βρήκαν κοντά στην Εκκλησία ένα μεγάλο υπόγειο που είχε μέσα σκουριασμένα κλαδευτήρια , ψαλίδια και άλλα εργαλεία και αντικείμενα που τα περισσότερα ήταν απανθρακωμένα. Οι Καναλιώτες που δούλευαν μη γνωρίζοντας ότι το υπόγειο που βρέθηκε με την ανασκαφή ήταν κάτι το ιστορικό , που έπρεπε να το διατηρήσουν , έριξαν χώματα και πέτρες και το έκλεισαν . είναι άγνωστος ο λόγος της κατασκευής τόσο μεγάλου υπογείου. Ίσως να ήταν κρυψώνας, κρυφό σχολειό , ή και αποθήκη τροφίμων για την περίπτωση αποκλεισμού του Μοναστηριού…..»

Είναι γεγονός ότι ο κρυψώνας –αποθήκη για το Μοναστήρι ήταν πολύ χρήσιμος για όποιο σκοπό και αν έγινε. Ίσως παρόμοιες αποθήκες να κτίστηκαν και στα δυο άλλα μετόχια του Μοναστηριού, στην Αγία Ιερουσαλήμ στο Πίτσι και στον Αϊ Γιάννη της Λευκάδας. Την Βορειοδυτική κατωφερή περιοχή του Μοναστηριού επέλεξαν οι μοναχοί για να κάνουν τα κελιά τους, τα σκηνώματά τους. Τα ανωτέρω κελιά δεν ήταν τίποτα άλλο παρά Ταράτσες. Η Ταράτσα ήταν ένα ορθογώνιο κτίσμα του οποίου η μια λιθόκτιστη πλευρά του ακουμπούσε στο επικλινές έδαφος. Είχε ένα η δυο παράθυρα και μια ξύλινη πόρτα. Η σκεπή του ήταν μονόρριχτη με κλίση προς τα πίσω και γινόταν απλά και γρήγορα. Μόλις τελείωνε η τοιχοποιία τοποθετούσαν κορμούς δένδρων στην οροφή, στη συνέχεια κάρφωναν σταυρωτά σανίδια και πάνω σ’ αυτά έβαζαν φτέρες και στη συνέχεια πάνω στις φτέρες έρριχναν χώμα ιδίως κοκκινωπό το οποίο έβρεχαν και το πατούσαν ή το χτυπούσαν με κόπανο για να γίνει στεγανή η Ταράτσα.

Ο χώρος του Μοναστηριού δεν ήταν αρκετός ώστε να γίνουν πολλά κελιά. Εικάζεται ότι ήσαν αρκετά για να στεγάσουν τόσο τους μοναχούς όσο και το υπηρετικό προσωπικό. Σύμφωνα με μαρτυρίες συγχωριανών μας και μεταξύ αυτών και του Παπαγιώργη Δερνίκα το Μοναστήρι της Ρούστιανης είχε περίπου 60 καλογήρους, το Μετόχι της Αγίας Ιερουσαλήμ 30 και το Μετόχι του Αϊ Γιάννη στη Λευκάδα 25 καλογήρους.

Επειδή το Μοναστήρι της Ρούστιανης μαζί με τα Μετόχια είχαν αναπτύξει μεγάλη δραστηριότητα στην κτηνοτροφική και στη γεωργική εκμετάλλευση είχε ανάγκη απασχολήσεως πολλών ανθρώπων. Οι μεν μοναχοί σ’ αυτές τις δραστηριότητες έπαιζαν καθοδηγητικό ρόλο και ήσαν λιγότεροι, οι δε κολίγοι και βοσκοί περισσότεροι.

Αρκετά κελιά μοναχών και υπηρετικού προσωπικού έφθαναν μέχρι το Καβουρόρεμα. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Κ.Ν. Αντωνίου (Μάστορα), όταν καλλιεργούσε το προικώο χωράφι του στην περιοχή Χουναβιά του Μοναστηριού, στις αρχές της δεκαετίας του 1960  όπου υπήρχαν κελιά, βρέθηκαν βυζαντινά νομίσματα, Κωνσταντινάτα. Είναι αυταπόδεικτο ότι οι Μοναχοί θέλοντας να περισώσουν το θησαυρό αυτό θεώρησαν ότι η γη είναι ο καλύτερος φύλακάς τους την εποχή εκείνη. Τώρα ο θησαυρός αυτός αποκαλύπτει ένα σκοτεινό μέρος της ιστορίας του Μοναστηριού.

Προς τη βορειοανατολική πλευρά του Μοναστηριού σ’ ένα μικρό πλάτωμα ήταν το κοιμητήριο του Μοναστηριού. Σήμερα υπάρχουν εκεί μεγάλα γλαντίνια, βελανιδιές και ουστριές. Μια από τις προσοδοφόρες δραστηριότητες του Μοναστηριού ήταν η εκμετάλλευση των αιγοπροβάτων. Για το σκοπό αυτό είχαν κάνει πολλά μαντριά, στάνες και καλύβες για ζωοτροφές σε αρκετά μεγάλη απόσταση από το Μοναστήρι ώστε να μη μπορούν οι επιδρομείς να χαλάσουν τα κοπάδια τους. Οι διάφορες τοποθεσίες Στρογγούλα, Παλιόστανη, Αλαταρές, Γιδομάντρια, Παλιομάντρια,Κρυφό κ.α. είναι αψευδείς μάρτυρες της ποιμενικής ζωής στην περιοχή αυτή τα προεπαναστατικά χρόνια.

Άλλο μικρό αλλά σημαντικό κτήριο ήταν το Εικονοστάσι ή Εικόνισμα της Παναγίας στη δυτική πλευρά του λόφου. Εκεί ήταν πραγματικό σταυροδρόμι. Ο ανηφορικός καγκελωτός δρόμος που ξεκινούσε από το Ραφταίϊκο μύλο και έφτανε στο χώρο του Μοναστηριού με κατεύθυνση προς Αμπέλια και Πουγκάκια συναντιόταν με τον άλλο σημαντικό δρόμο από Παλαιό Πίτζι- Ντελή-Μοναστήρι- Δρέματα-Παλαιοχώρι-Γαρδίκι. Οι δρόμοι έφερναν τους περαστικούς και πιστούς στο Εικονοστάσι και από το Εικονοστάσι στο Ναό. Ανάμεσα στο Εικονοστάσι και το Ναό υπήρχε ένα κοίλωμα. Επειδή ο Ναός ήταν υπερυψωμένος από το Εικονοστάσι με κατεύθυνση προς το Ναό τοποθέτησαν πέτρινα σκαλιά, τα οποία τα τελευταία χρόνια μετά την αποψίλωση του αυλείου χώρου του Ναού απομακρύνθηκαν για άλλη χρήση ή σκεπάστηκαν με χώματα.

Αναμφίβολα τα κτήρια στο χώρο του Μοναστηριού κτίσθηκαν με δεξιοτεχνία και κάλυπταν τις ανάγκες των μοναχών. Μετά την πυρπόληση των κτηρίων από τους Τούρκους δεν απέμεινε κανένα κτήριο όρθιο. Στα αποκαΐδια βρέθηκαν είδη εστίες όπως γάστρα, μαγειρικά σκεύη , σιδεροστιά κ.α.  Άλλα σπουδαία οικοδομικά υλικά εκτός από τις πέτρες από τα οποία θα μπορούσαμε να εικάσουμε ότι υπήρχαν σπουδαία κτήρια, δεν βρέθηκαν. Όσες πέτρες απέμειναν και ήσαν κατάλληλες για χτίσιμο χρησιμοποιήθηκαν για την ανέγερση του Ναού ή για κάποιο πεζούλι.

ΥΔΡΕΥΣΗ ΤΟΥ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΟΥ

Το νερό είναι βασικό αγαθό για τη ζωή των ανθρώπων. Δε θα υπήρχε σφύζουσα ζωή στο Μοναστήρι, αν δεν απολάμβαναν οι Μοναχοί το αγαθό αυτό. Για το σκοπό αυτό σχεδίασαν και εφάρμοσαν ένα σύστημα ύδρευσης εκμεταλλευόμενοι το νερό των πηγών από το Βαρκό και τη Βριζούλα. Έκαναν έναν υπόγειο αγωγό με κιούπια , κεραμικούς σωλήνες που προμηθεύτηκαν από τις γειτονικές περιοχές της Βαμβακιάς ή του Κεραμιδιού, όπου υπήρχαν κεραμοποιεία . Έτσι το νερό των πηγών άφθονο και καθαρό έφθανε στο Μοναστήρι. Ο αγωγός ξεκινούσε από τις πηγές και περνούσε διαγώνια μέσα από τα χωράφια του Ραφτομήτρου(Δημητρίου Γ. Δερνίκα) προπολεμικά οργώνοντας ο ίδιος ο ιδιοκτήτης τα χωράφια του εύρισκε κιούπια που για αρκετά χρόνια ήταν εκτεθειμένα στην αυλή του. Δεν αποκλείεται και σήμερα αν γίνουν ανασκαφές στα χωράφια αυτά, να βρεθούν και άλλα κιούπια. Επειδή το νερό στην πηγή ήταν αρκετό είναι βέβαιο ότι τους καλοκαιρινούς μήνες θα  το χρησιμοποιούσαν και για άρδευση ορισμένων καλλιεργειών.