Untitled 1

ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΗΣ ΡΟΥΣΤΙΑΝΗΣ

του Γιάννη Κουτσοκώστα Κουτσοκώστας Γιάννης resize

ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΗΣ ΡΟΥΣΤΙΑΝΗΣ

8 Σεπτεμβρίου, ημέρα εορτής του Γενεθλίου της Θεοτόκου. Η Εκκλησία μας γιορτάζει και τιμά τη γέννηση της Υπεραγίας Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας. Εορτάζει και το ομώνυμο μοναστήρι αφιερωμένο στη γέννηση της Θεοτόκου. Με ιερό δέος, με σεβασμό, με ελπίδα και χαρά ψελλίζουν οι πιστοί όχι μόνο από τα Κανάλια αλλά και από την ευρύτερη περιοχή το όνομα της Παναγίας λέγοντας «Παναγία μου να έλθω στη χάρη Σου». Και την ημέρα εκείνη η ευχή γίνεται πράξη.

Αν αναπολήσουμε στο παρελθόν, έστω και μισό αιώνα, το σκηνικό συμμετοχής του κόσμου στη θρησκευτική αυτή γιορτή , όπως είναι καταγεγραμμένο στη συνείδηση των πολλών θα ζωντανέψει. Παρέες παρέες κάθε ηλικίας ροβολούσαν προς το μοναστήρι από τα υψώματα γύρω από το μοναστήρι. Οι Πιτσιώτες από τη Λακκοπούλα, οι Πουγκακιώτες από τα Αμπέλια-Κοντορούπακο, οι Γαρδικιώτες και Παλιοχωρίτες από τη Τσούμα και τα Πηγαδούλια. Έφταναν στο Ρουστιανίτη το ποταμό και μετά ανηφόριζαν προς το μοναστήρι. Οι Λευκαδιώτες ανηφόριζαν το Ρουστιανίτη ανταγωνιζόμενοι τους άλλους επισκέπτες. Οι Καναλιώτες μις και είχαν την τιμητική τους δεν υστερούσαν σε τίποτα, τόσο στην υποδοχή όσο και στις διευκολύνσεις. Τις αποστάσεις από τα σπίτια τους μέχρι το μοναστήρι τις διήνυαν πεζοί. Επειδή είχαν και πολλά πράγματα μαζί τους οι πανηγυριώτες αναγκαστικά θα έπαιρναν και τα υποζύγιά τους. Καβαλάρηδες πήγαιναν οι ηλικιωμένοι και τα μικρά παιδιά. Οι μεσήλικες έπρεπε και να δείξουν την αντοχή τους και την ανοχή τους. Οι παρέες βιάζονταν να φτάσουν γρήγορα στο μοναστήρι για να εξασφαλίσουν χώρο για κατασκήνωση για τους ίδιους και τα ζωντανά τους.

Δεν είναι υπερβολή αν ενδεικτικά απαριθμήσουμε τους επισκέπτες στο πανηγύρι ανεβάζοντας στον αριθμό των χιλίων και ακόμη περισσότερων ατόμων. Η περιοχή γύρω από το μοναστήρι γέμιζε από τους πανηγυριώτες. Αφού έβρισκαν το κατάλληλο μέρος, ιδίως κάτω από τις σκιές των μεγάλων δένδρων, τακτοποιούσαν τα πράγματά τους και τα ζώα τους περιποιούνταν την εμφάνισή τους και οι μεν άνδρες φρόντιζαν να εξασφαλίσουν το ψητό κρέας δηλώνοντας ενωρίτερα, οι δε γυναίκες με τα πρόσφορα και το νάμα πήγαιναν βιαστικά προς την εκκλησία. Από την πρώτη στιγμή που έφταναν στο ναό , άνδρες και γυναίκες φρόντιζαν να εκπληρώσουν το τάμα τους.

Άλλοι άναβαν λαμπάδες ίσα με το μπόι τους άλλοι έκαναν το ζώσιμο του ναού παρακαλώντας νοερά την Υπεραγία Θεοτόκο «Επίβλεψον εν ευμενεία, Πανύμνητε Θεοτόκε, επί την εμήν χαλεπήν του σώματος κάκωσιν και ίασαι της ψυχής μου το άλγος» (από το μικρό παρακλητικό κανόνα). Η θεία λειτουργία ήταν πανηγυρική και συμμετείχαν και οι ιερείς των γειτονικών ενοριών. Ο μικρός ναός δε μπορούσε να δεχτεί όλο το εκκλησίασμα. Οι περισσότεροι άναβαν το κερί τους προσεύχονταν και εξέρχονταν.

Το τέλος της θείας λειτουργίας σήμαινε και το τέλος της θρησκευτικής γιορτής. Από τη στιγμή αυτή άρχιζε το κοσμικό και το κοινωνικό μέρος της πανήγυρης. Το πανηγύρι γινόταν στον υπαίθριο χώρο. Οι πανηγυριώτες είχαν ανάγκη από φαγητό. Για το σκοπό αυτό έσφαζαν, σούβλιζαν με ελάτινα σουβλιά και έψηναν αρνιά ή κατσίκια. Επειδή έπρεπε κατά το μεσημέρι να είναι ψημένα, γι’ αυτό στα χαράματα άναβαν φωτιές στο δυτικό μέρος του ναού που ήταν πλάτωμα και είχε διαμορφωθεί για το σκοπό αυτό. Αν το πρωί έστρεφες το βλέμμα σου προς το μοναστήρι, θα έβλεπες πάνω απ’ αυτό ένα σύννεφο από καπνό. Ήταν καταπληκτικό το θέαμα να βλέπεις σε σειρές να ψήνουν 60 με 70 διαλεχτά αρνιά και κατσίκια. Όταν έφταναν οι πανηγυριώτες στο μοναστήρι η κνίσα γαργαλούσε την όρεξή τους και φρόντιζαν αμέσως για το ψητό κρέας. Σημαντική υπηρεσία στους πανηγυριώτες πρόσφεραν τα μαγαζιά. Δυο εβδομάδες πριν από το πανηγύρι το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο μίσθωνε με δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό δυο ή τρεις χώρους στο

προαύλιο της Εκκλησίας όπου θα χρησιμοποιούνταν ως μαγαζιά- χοροστάσια. Οι εκμισθωτές φρόντιζαν να καθαρίσουν τους χώρους, να εξασφαλίσουν σκιά, να προμηθεύσουν τα απαραίτητα και να εξασφαλίσουν για το χοροστάσι την ορχήστρα μουσικών παραδοσιακών οργάνων.

 Πολλές φορές και στα τρία μαγαζιά ήταν ισάριθμες κομπανίες, οι οποίες άρχιζαν να παίζουν δημοτικούς σκοπούς αμέσως με την απόλυση της λειτουργίας. Ενθουσιάζονταν οι πανηγυριώτες και έσερναν το χορό. Με τα βιολιά και τα κλαρίνα ξεχνούσαν τις πίκρες και τα φαρμάκια από τη ζωή. Και η ζωή συνεχιζόταν. Τόσο οι πανηγυριώτες όσο και οι οργανοπαίχτες έκαναν μια διακοπή το μεσημέρι για φαγητό. Μεγάλες παρέες κάτω από τις σκιές των δένδρων συνέχιζαν τα διασκέδασή τους με το ψητό κρέας και τις ετοιμασίες που έφερναν μαζί τους. Το απόγευμα συνέχιζαν το χορό μέχρι το βράδυ.

Από τη δεκαετία του 1960 το πανηγύρι τις βραδινές ώρες συνεχιζόταν στα καφενεία του χωριού μας , του Ευαγγέλου Δερνίκα και του Γεωργίου Κωστούλα. Η σύναξη τόσων ανθρώπων σ’ ένα χώρο έδινε την ευκαιρία στους μικροπωλητές να έρχονται στο πανηγύρι και να πωλούν την πραμάτεια τους. Το πανηγύρι δεν είχε μόνο λατρευτικό και ψυχαγωγικό χαρακτήρα, είχε και άλλες δραστηριότητες. Έδινε τη ευκαιρία σε πολλούς ανθρώπους να συναντηθούν, να κουβεντιάσουν, να κλείσουν συμφωνίες, να πληρώσουν λογαριασμούς κ.α. Λειτουργούσε σαν αγορά

            Το σπουδαιότερο όμως που γινόταν στο πανηγύρι ήταν η προβολή δημοσίως των υποψηφίων γαμπρών και νυμφών. Τόσο οι υποψήφιοι γαμπροί όσο και οι νύμφες προσπαθούσαν να στείλουν τα κατάλληλα μηνύματα στην αντίπερα πλευρά η οποία τα αξιολογούσε και ανταποκρινόταν θετικά ή αρνητικά. Πολλές φορές ενδιάμεσο ρόλο ανάμεσα στις δυο πλευρές έπαιζαν οι προξενητάδες ή οι προξενήτρες που είχαν πολλές δουλειές μετά τα πανηγύρια. Έτσι η λαϊκή φράση «είμαστε για τα πανηγύρια» επιβεβαιωνόταν και στην προκειμένη περίπτωση.

Το πανηγύρι της Παναγίας της Ρούστιανης ήταν το τελευταίο της ευρύτερης περιοχής και σ’ αυτό φρόντιζαν να έρθουν όσο το δυνατόν περισσότεροι. Με ανάμικτα συναισθήματα χαράς και λύπης κατηφόριζαν οι πανηγυριώτες από το μοναστήρι όταν τελείωνε με τη σκέψη και την ευχή «του χρόνου να είναι πάλι εκεί»

Φωτογραφίες παλαιές αλλά και των τελευταίων ετών μπορείτε να δείτε στην πρώτη σελίδα του site.